2011-04-28

Πρωινό



φώς απαλό σαν μετάξι
απλωμένο στα σχοινιά της ταράτσας.

ένα νόημα απλό
που θολώνει το μυαλό σου σαν στάχτη.

στάχια χιλλιάδες, λιλιπούτια σχεδόν
χαιδεύουν το κορμί σου και στις 4 διαστάσεις.

σταθμοί και τραίνα
επιβλητικά σαν λιμάνια,
τσιγάρα πατημένα στα πεζοδρόμια.

η πρώτη ανάσα της μέρας με μάτια ανοιχτά
αγκαλιάζει τ' αυτί σου και ρίγη χαρίζει.

η καρδιά έχει πνιγεί σε φωτιά
το ακόρδο έχει αλλάξει
τα μινόρε έχουν πλέον τελειώσει, είπες...

σακάκι στην καρέκλα ριγμένο
έχει περπατήσει μαζί σου
τόσες και τόσες γειτονιές
όσπου σε ξανάφερε εδώ.

καλημέρα!

2011-04-09

Café στην Μονμάρτη...



Απόγευμα με ροζ και κοραλί ανταύγειες, σούρουπο γλυκό σαν ώριμο φρούτο καλοκαριού με πλούσιους χυμούς...
Κάτσαμε να τα πούμε απέναντι από το ξενοδοχείο, σε εκείνο το μικρό γωνιακό καφέ που αγαπόυσε πιο πολύ κι απ’ το ίδιο το Παρίσι...
Εμένα μου έφτανε που βρισκόμουν στην Μονμάρτη... βρίσκω το κέντρο του Παρίσιου παραπάνω θορυβώδες και φωτεινό απ’ οτι αντέχουν τα γούστα μου....
Καφές με ακατέργαστη ζάχαρη και κέικ πορτοκαλιού...
Καθώς το ένα τσιγάρο διαδέχονταν το άλλο, βάλθηκαμε να χαζεύουμε την κίνηση στο διπλανό ποδηλατάδικο...κοσμός πολύς, παιδιά, μεγάλοι, κυρίες με καπέλα, ακόμα κι αδέσποτα σταματούσαν να κοιτάξουν...
Σαματάς, γέλια, ήχοι μεταλλικοί, αλυσίδες και ρόδες σε ατέρμονες τροχιές...
Θα θελά κι εγώ ένα ποδήλατο απ’ τον Πιέρ κάποια στιγμή, ίσως όταν κατεφερω να μείνω μόνιμα εδώ... είναι καλός μάστορας...
Απότομη σιωπή, ασυγκράτητη σαν κρότος που διαλύει τα μέσα σου...
Απ’ αυτή που σε τραντάζει σα να τρώς ένα δυνατό κι απρόσμενο χαστούκι.
Δυο ζευγάρια χέρια που ενώθηκαν σφιχτά πάνω στο σιδερένιο τραπεζάκι...
Όχι.... κάθετο και τραχύ σαν κόκκαλο που γδέρνει τον λάρυγγα...
Κάποιες αποφάσεις δεν παίρνονται...
Σε εξαναγκάζει η ζωή σου για να μην τα τινάξες όλα στον αέρα...
Συμφωνήσαμε...
Αυτή θα ήταν η τελευταία φορά.
Από εδώ κι έπειτα όλα θα άλλαζαν....
Τι φρικτό ψέμα θεέ μου!
Κακόγουστο αστείο αλήθεια....
Τα είχαμε δώσει όλα και δεν είχε απομείνει τίποτα...
Ο ένας είχε προσφέρει την ζωή του στον άλλο...
Και μετά δεν έμεινε τίποτα...
Πως να συνεχίσουμε τις ζωές μας έτσι, με ψέμα, με τύψεις, με θυμό, με νεφέλες...
Τα νερά του ποταμού ήταν πολύ βρώμικα σήμερα κι η μυρωδιά τους απαίσια...
Ξέρεις ότι θα σ’ακολουθήσω όπου κι αν πας...
Πέρασες το δρόμο και χάθηκες πίσω απ΄την ξύλινη πόρτα του ξενοδοχείου...
Έμεινα να καπνίσω λίγο ακόμα...
Ένα σφίξιμο στο στέρνο με έκανε να στρέψω το βλέμμα ψηλά...
Επεφτες με μεγάλη ταχύτητα απ’ τον πέμπτο με ακλόνητη κατεύθυνση το τσιμεντένιο κράσπεδο...
Τα μαλλιά σου γιάλιζαν στον κουρασμένο ήλιο του απογεύματος, τα μέλη σου χόρευαν με γρήγορες κινήσεις κάποιον άγριο πυρρίχιο...
Η επόμενη εικόνα κι η τελευταία που είδα ήταν τα λευκά τριαντάφυλλά του ανθοπωλείου να ζωγραφίζονται κόκκινα με πηχτές, πορφυρές πιτσιλιές αίματος...
Με χτυπησε διερχόμενο όχημα καθώς ετρεξα στο μέρος σου...
Τι έμεινε άραγε που δεν τινάχτηκε στον αέρα?
Στο είπα, όπου κι αν πας θα σ΄ακολουθήσω...
Δεν έζησε κανείς μας...
Τελικά το αίμα στα τριαντάφυλλα τινάχτηκε από δύο κατευθύνσεις....

βάλε φωτιά σ" ό,τι σε καίει, σ" ό,τι σου τρώει την ψυχή...

βάλε φωτιά σ" ό,τι σε καίει, σ" ό,τι σου τρώει την ψυχή...
set fire in whatever burns you or ruins your soul....